ὁμιλήσω

ὁμιλήσω
ὁμῑλήσω , ὁμιλέω
to be in company with
aor subj act 1st sg
ὁμῑλήσω , ὁμιλέω
to be in company with
fut ind act 1st sg
ὁμῑλήσω , ὁμιλέω
to be in company with
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Βελάστης, Στανισλαύος Θωμάς — (18ος αι.). Λόγιος από τη Χίο. Ο Β. ήταν καθολικός ιησουίτης και σπούδασε θεολογία και φιλολογία στη Σικελία, αλλά αργότερα επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου έγινε για ένα διάστημα καθολικός εφημέριος. Έγραψε διάφορα έργα στα ελληνικά, αλλά με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”